Καλωσήλθατε στον Fadomduck2

To παρόν ιστολόγιο αποτελεί φυσική συνέχεια του Fadomduck στο οποίο θα βρείτε συλλογές κειμένων, παραπομπές σε ηλεκτρονικές διευθήνσεις με πολιτικά βιβλία και μουσική, καθώς και μια αρκετά μεγάλη συλλογή με αφίσσες από την Σοβιετική Ενωση (μέχρι και το 1956). Αρχείο με τα άρθρα του Fadomduck #1 θα βρείτε εδώ. O Fadomduck2 όπως και ο προκάτοχος του δηλώνει πως αν και ντρέπεται να κρύψει τις συμπάθειες του, δεν εκπροσωπεί καμμία συλλoγικότητα, παρά μόνο τον εαυτό του. Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί του στο alepotrypa200@gmail.com
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΜΕΠ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΜΕΠ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020

Πίσω στα βασικά: Ο Λένιν για τον πόλεμο και την στάση των κομμουνιστών

[...]
Είναι γεγονός ότι είναι σχετικά πιο εύκολα κατανοητός ο άδικος, ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του πολέμου από την εργατική τάξη της χώρας που επιτίθεται, αν και αυτό δεν εκφράστηκε στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ομως γίνεται πιο δύσκολα αντιληπτός για την εργατική τάξη της χώρας που δέχεται την επίθεση ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος αφορά και τις δύο πλευρές. 

Δεν γίνεται κατανοητό ότι και ο επιτιθέμενος και ο αμυνόμενος διεξάγουν άδικο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αν π.χ. η Ελλάδα δεχτεί στρατιωτική επίθεση και εμπλακεί σε πόλεμο, η αστική τάξη της Ελλάδας θα ευθύνεται για την ιμπεριαλιστική επίθεση, γιατί αυτός ο πόλεμος θα αποτελέσει συνέχεια της πολιτικής συμμετοχής στο μοίρασμα των αγορών, των πηγών ενέργειας κλπ., της ενεργητικής συμμετοχής στις στρατιωτικές-πολιτικές συμμαχίες και επεμβάσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ που ακολουθούσε σε «ειρηνική περίοδο».

Συνεπώς το αν ένας πόλεμος είναι δίκαιος ή άδικος δε σχετίζεται με το αν είναι αμυντικός ή επιθετικός (με την κυριολεξία των όρων), αλλά με το ποιας πολιτικής συνέχεια αποτελεί: «Σαν να βρίσκεται η ουσία στο ποιος επιτέθηκε πρώτος, και όχι ποιες είναι οι αιτίες του πολέμου, οι σκοποί που ο πόλεμος βάζει μπροστά του και οι τάξεις που τον διεξάγουν»22.

Το όφελος της εργατικής τάξης στις συνθήκες ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στην ήττα και την ανατροπή της αστικής τάξης της χώρας της, σημείωνε ο Λένιν: «Σ’ έναν αντιδραστικό πόλεμο μια επαναστατική τάξη δεν μπορεί παρά να εύχεται την ήττα της κυβέρνησής της. Αυτό είναι αξίωμα. Και το αξίωμα αυτό αμφισβητούν μόνο οι συνειδητοί οπαδοί ή οι ανίκανοι υπηρέτες των σοσιαλσωβινιστών»23.

Το επαναστατικό εργατικό κίνημα δεν είναι αδιάφορο στο ενδεχόμενο ξένης εισβολής ή κατοχής, δεν είναι αμέτοχο στην αντίσταση. Αντίθετα πρωτοστατεί στην εργατική λαϊκή πάλη, οργανώνοντας τη δική του ένοπλη δράση, ώστε η έξοδος από τον πόλεμο να οδηγήσει στη νίκη της εργατικής εξουσίας.

Εργατική τάξη και αστική τάξη πολεμούν σε διαφορετικά μετερίζια. Για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα ο πόλεμος και η κατοχή είναι προέκταση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, γέννημα της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου.

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Η επικαιρότητα της πάλης ενάντια στον αντισοβιετισμό μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ #4 (τελικό)

Οικοδομούμε τον σοσιαλισμό(1927)
...συνέχεια από το προηγούμενο

ΙΙΙ. ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ Ή ΟΧΙ ΤΟΝ ΑΝΤΙΣΟΒΙΕΤΙΣΜΟ;


Το πλαίσιο σχετικά με την οικοδόμηση και τη διάλυση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ενωση που περιγράφεται από αυτές τις απόψεις (σ.σ. βλέπε στα προηγούμενα) πρέπει να απορριφθεί. Δεδομένων αυτών που αναφέραμε παραπάνω, από το ξεκίνημα αυτών των αντιπαραθέσεων εκείνοι που επέκριναν τη Σοβιετική Ενωση από τα αριστερά, μένοντας σε αυτό το πλαίσιο, κατέληξαν εκεί όπου ανήκαν πραγματικά. Δεν προκαλεί έκπληξη που αυτό το πλαίσιο αφήνει ορθάνοιχτες τις πόρτες στον πολιτικό και οικονομικό φιλελευθερισμό.

Οι χθεσινοί Τροτσκιστές έχουν γίνει σύμβουλοι του ιμπεριαλισμού, υποστηρικτές του ιδρύματος Σόρος. Οι χθεσινοί «σοσιαλιστές της αγοράς» έχουν γίνει οι υποστηρικτές των εταιριών και των μονοπωλίων που κυριαρχούν στην ανθρωπότητα. Οι χθεσινοί ακτιβιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων έχουν γίνει χειροκροτητές του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Οι χθεσινοί υπερ-αριστεροί ακαδημαϊκοί που επικρίνουν το μαρξισμό και τη Σοβιετική Ενωση έχουν γίνει τα ενεργά στελέχη των Δημοκρατικών στις αμερικανικές εκλογές για να γιατρέψουν τις πληγές του κόσμου. Και όσο για τους χθεσινούς υπεροπτικούς και σοφούς κυρίους που δεν ενέκριναν τη σοβιετική εξωτερική πολιτική και έβλεπαν τους Σοβιετικούς ως την κύρια αιτία της έντασης στις διεθνείς σχέσεις, άραγε προσέχουν τις ειδήσεις; Διαβάζουν τις εφημερίδες; Σε αυτή την περίπτωση, γιατί περιμένουν και δεν απολογούνται στα εκατομμύρια των Σοβιετικών πολιτών και των στρατιωτών που πέθαναν χάριν της παγκόσμιας ειρήνης;

Θίξαμε παραπάνω τα βασικά αντισοβιετικά επιχειρήματα. Εντούτοις υπάρχει μια πραγματικότητα που στέκεται μπροστά μας: Η Σοβιετική Ενωση και ο σοσιαλισμός στην Ανατολική Ευρώπη έχουν διαλυθεί. Τώρα η κρίσιμη ερώτηση είναι η ακόλουθη: Θα έπρεπε να υπερασπίσουμε ακόμα τις προόδους του σοβιετικού σοσιαλισμού; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση πρέπει να είναι «σίγουρα ναι». Ιστορικά αποδεικνύεται ότι ο αντισοβιετισμός που προέρχεται είτε από τα αριστερά είτε από τα δεξιά λειτουργεί μόνο ως ένα εργαλείο αφοπλισμού των αριστερών και των κομμουνιστών. Ο αντισοβιετισμός, όπως έχουμε αναφέρει, δε σημαίνει με κανέναν τρόπο νέες πολιτικές δυνατότητες για την αριστερά, αλλά μόνο αντικομμουνισμό. Δυστυχώς μερικοί από τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές έχουν χρησιμοποιήσει αυτό το όπλο του ιμπεριαλισμού ανελέητα και μερικοί συνεχίζουν ακόμα.

Η σημερινή επιθετικότητα ενάντια στους κομμουνιστές μπορεί να εξηγηθεί μόνο με το έδαφος που έχει στρωθεί για τον αντισοβιετισμό. Εάν υπάρχει πολιτική και φυσική καταπίεση πάνω στους Ούγγρους συντρόφους μας, εάν η οργάνωση KSM («Κομμουνιστική Νεολαία Τσεχίας») απαγορεύθηκε για την αντίθεσή της στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και εάν σε διάφορες χώρες τα κομμουνιστικά κόμματα απαγορεύονται ή αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα στις πολιτικές και οργανωτικές δραστηριότητές τους, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι «ο κόσμος που φεύγει» δεν είναι αρκετά θαρραλέος να υπερασπίσει το παρελθόν του.

Η επικαιρότητα της πάλης ενάντια στον αντισοβιετισμό μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ #3

συνέχεια από το προηγούμενο...

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ


Ποια είναι η βασική σπουδαιότητα της Σοβιετικής Ενωσης; Μπορούμε να εξετάσουμε πραγματικά τον μποσλεβικισμό κατά τρόπο ουδέτερο;

Φυσικά δεν μπορούμε και πράγματι δεν πρέπει να είμαστε ουδέτεροι.
Ομως για να αποφευχθεί η άποψη ότι υπερβάλλουμε τον ιστορικό ρόλο της Οκτωβριανής Επανάστασης και της θεμελίωσης του σοσιαλισμού στη σοβιετική πατρίδα και αργότερα στην Ανατολική Ευρώπη, παίρνουμε το ρίσκο να αναφερθούμε σε ένα πρόσωπο «απαλλαγμένο από κάθε πολιτική προκατάληψη», όπως ο Ludwig von Mises, ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του φιλελευθερισμού στον 20ό αιώνα, ο οποίος συνοψίζει την επιτυχία του σοσιαλισμού σε τέσσερις όρους:
  1. Είτε πιστεύουμε στη σημασία του είτε όχι, ο ρωσικός μποσλεβικισμός έχει ολοκληρώσει ένα πράγμα που πρέπει να θεωρηθεί ως ένα από τα κρισιμότερα γεγονότα στην παγκόσμια ιστορία λόγω του πελώριου προγράμματός του. Το μέγεθος της επιτυχίας είναι μοναδικό.
  2. Σήμερα κανένα από τα ισχυρά κόμματα δεν έχει τη δύναμη να αφιερωθεί ατάραχο στην υπεράσπιση της ατομικής ιδιοκτησίας. Οι υπερασπιστές της ατομικής ιδιοκτησίας είναι η μειοψηφία.
  3. Η λέξη «καπιταλισμός» είναι η συνισταμένη όλων των κακών στην εποχή μας. Ο σοσιαλισμός καθιέρωσε την κυριαρχία του ακόμη και πάνω στους αντιπάλους του.
  4. Σε όλο τον κόσμο υπάρχει μια τάση προς τον μπολσεβικισμό.
Ο Von Mises, ένας ορκισμένος αντίπαλος του σοσιαλισμού, τεκμηρίωσε την κοσμοϊστορική σημασία της μπολσεβίκικης επανάστασης με τις παραπάνω δηλώσεις. Τα τελευταία τρία από τα σημεία που έθιξε αφορούν το γεγονός ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αμφισβητήθηκε σοβαρά με την αυγή της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στην πραγματικότητα η συζήτηση σχετικά με το αδύνατο του σοσιαλισμού αντιστράφηκε ξαφνικά από τους μπολσεβίκους, ειδικά μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και της «χαοτικής» περιόδου. Τα σταθερά βήματα που πραγματοποιήθηκαν στην εποχή του Στάλιν ενίσχυσαν το γόητρο του σοσιαλισμού στον κόσμο. Επιπλέον, εκείνη τη στιγμή η καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία δοκίμαζε μια από τις πιο καταστρεπτικές κρίσεις της.

Οπως o Von Mises βεβαίωσε, η συζήτηση δεν αφορούσε τη σοσιαλιστική οικονομία, αλλά τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η υπεράσπιση της ατομικής ιδιοκτησίας, η βάση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, ήταν ντροπή και η λέξη καπιταλισμός ήταν βλασφημία. Εντούτοις, η συζήτηση δεν έχει τελειώσει οριστικά. Ειδικά μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης έχει αναβιώσει και είναι ακόμα ζωντανή.

Υπάρχουν εκατοντάδες των παραλλαγών αυτού του επιχειρήματος. Θα εξετάσουμε δύο σημαντικές ομάδες επιχειρημάτων στα πλαίσια της συζήτησης, οι οποίες θεωρούμε ότι σχετίζονται άμεσα με τον αντισοβιετισμό. Η πρώτη από αυτές υποστηρίζει ότι η σοσιαλιστικά σχεδιασμένη οικονομία είναι ανεπαρκής, δεδομένου ότι παραβλέπει τη σημασία της αγοράς, ως συνέπεια αυτής της παράβλεψης το σοσιαλιστικό σύστημα θα είναι πάντα αδύναμο.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Η επικαιρότητα της πάλης ενάντια στον αντισοβιετισμό μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ #2

Συνέχεια από το προηγούμενο...

ΙΙ. ΔΥΟ ΒΑΣΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙ- ΣΟΒΙΕΤΙΣΜΟΥ


Σε αυτό το μέρος, θα εστιάσουμε σε δύο τύπους αντισοβιετικών επιχειρημάτων και στις ιστορικές ρίζες τους.


ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Οι μπολσεβίκοι κατηγορήθηκαν για την ύπαρξη αντιδημοκρατισμού στην οργανωτική δομή τους, στις μορφές της πολιτικής τους δράσης, ακόμη και στην επιχειρηματολογία τους. Στην πολύ βασική αντιπαράθεση μεταξύ Μάρτοφ και Λένιν για τον καθορισμό της ιδιότητας του μέλους του κόμματος το 1903, ο Μάρτοφ υπεράσπισε το επιχείρημά του ως εξής:

«Στο σχέδιό μας τα μέλη του κόμματος έχουν το δικαίωμα να ενημερώνουν το κέντρο για τις απαιτήσεις και τις σκέψεις τους».

Από αυτό το σημείο είναι φανερό ότι η γενική κριτική των Μενσεβίκων στους Μπολσεβίκους αφορούσε το ζήτημα της δημοκρατίας. Ο Τρότσκι, που δεν είχε συνειδητοποιήσει την ιστορική σημασία της διάσπασης στο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα στη Ρωσία και αναζητούσε ένα τρίτο δρόμο ανάμεσα στους Μενσεβίκους και τους Μπολσεβίκους, παρομοίασε την έμφαση του Λένιν στο συγκεντρωτισμό στην οργάνωση κομμάτων με «μια επιθυμία για μια σιδερένια πυγμή πάνω στα μέλη του κόμματος».

Λίγο-πολύ όλες οι πολιτικές γραμμές στη Ρωσία -δηλαδή οι αναρχικοί, οι εσέροι, οι καντέτοι- κατηγόρησαν αργά ή γρήγορα τους μπολσεβίκους ως αντιδημοκρατικούς. Καθώς η μπολσεβίκικη επανάσταση έφτασε και το μπολσεβίκικο πρόγραμμα έγινε ευδιάκριτο, ο Κάουτσκι, που ήταν σύντροφος και επίσης ένας από τους δασκάλους του Λένιν, επέκρινε την μπολσεβίκικη θέση για την εξουσία, δηλαδή τη δικτατορία του προλεταριάτου. Σύμφωνα με τον Κάουτσκι «ο σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία είναι αδύνατος» και προκειμένου να αποδείξει τις θέσεις του, αναφερόμενος στις εξελίξεις στη Ρωσία, μίλησε για «τα μεσσιανικά συμπλέγματα ηγετών και τις δικτατορικές συνήθειές τους». Στην ίδια πηγή, ο Κάουτσκι, που χαρακτηρίστηκε ως αποστάτης από το Λένιν, συνέχισε την κριτική του χαρακτηρίζοντας τη σοβιετική εξουσία ως «την αντικατάσταση της δημοκρατίας με τη δικτατορία». Δεδομένου ότι τα βασικά επιχειρήματα του Λένιν για τη φύση του σοσιαλιστικού κράτους προέκυψαν από τα κείμενα του Μαρξ για την Κομμούνα του Παρισιού, ο Κάουτσκι, ένας πολύ πεπειραμένος συνεργάτης του Μαρξ και του Ενγκελς, υποστήριξε ότι υπήρξε μια απόκλιση μεταξύ της Κομμούνας του Παρισιού και της ρωσικής περίπτωσης.

Η επικαιρότητα της πάλης ενάντια στον αντισοβιετισμό μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ #1

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

«Το KKE ηττήθηκε στον αγώνα του (σ.σ. τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο) λόγω των λαθών του, ένα από τα οποία είναι βεβαίως ότι ο Ζαχαριάδης εμπιστεύτηκε τους Στάλιν και Τίτο, οι οποίοι προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν την Ελλάδα για δικούς τους λόγους. Το ΚΚΕ επέλεξε να γίνει πλήρως εξαρτημένο και αρνήθηκε να δει την αλήθεια έως ότου ήταν πάρα πολύ αργά»1.

«Εκείνοι οι “διανοητές”, οι οποίοι με μεγάλη εμπιστοσύνη πιστεύουν ότι το “αλάνθαστο ρολόι” που κρέμεται στο κεντρικό κτίριο του ΚΚΣΕ καθορίζει τι είναι ιστορικά σωστό και τι λάθος, προφανώς δεν μπορούν να φροντίσουν ούτε το σοσιαλισμό ούτε τα προβλήματά του. Ακόμα κι αν όλα εκτός από αυτή την ιδεολογική τοποθέτηση αλλάξουν, αυτό θα σήμαινε μετά βίας μια αλλαγή σε αυτή την πλευρά»2.
Εχουμε επιλέξει αυτά τα δύο εδάφια ως παραδείγματα, προκειμένου να γίνει φανερή η ομοιότητα στην πίεση που ασκήθηκε στα κομμουνιστικά -ή με άλλα λόγια σοβιετικά- κόμματα και κινήματα στα χρόνια της αποσύνθεσης του σοσιαλιστικού μπλοκ και τελικά της διάλυσης της Σοβιετικής Ενωσης. Συγχρόνως θα θέλαμε να αναδείξουμε μια πονηρή «προσφορά» που είχε τεθεί μπροστά στα αριστερά κινήματα από μια περίοδο πριν την Οκτωβριανή επανάσταση και αναδιατυπώθηκε εκείνες τις ημέρες. Η «προσφορά» ήταν και είναι να εγκαταλειφθούν οι βασικές αρχές του μαρξισμού-λενινισμού (ο ιστορικός ρόλος των τάξεων, η επαναστατική δυνατότητα του προλεταριάτου, ο ρόλος πρωτοπορίας του κομμουνιστικού κόμματος, η πάλη των κομμουνιστών για τη σοσιαλιστική εξουσία, για την κοινωνική ισότητα κλπ.).

Το πρώτο και πλέον σημαντικό απτό σήμα της αποδοχής αυτής της «προσφοράς» εκδηλώθηκε ως καταδίκη της Σοβιετικής Ενωσης, του αποκρυσταλλώματος του μαρξισμού-λενινισμού. Οπως φαίνεται και σε αυτά τα αυθαίρετα επιλεγμένα εδάφια, αυτό που απαιτήθηκε από τα κομμουνιστικά κόμματα σε αυτή την ανήθικη συμφωνία, ήταν να καταδικάσουν τη σοσιαλιστική προσπάθεια που διαρκούσε περισσότερο από εβδομήντα χρόνια, γεγονός που απέδειξε φυσικά τη δυνατότητα πραγματοποίησής της και τη ρεαλιστικότητα μιας ισχυρής εναλλακτικής λύσης απέναντι στο ιμπεριαλιστικό-καπιταλιστικό σύστημα.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

«ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ» Ή ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ;

Αποσπάσματα άρθρου της ΚΟΜΕΠ #1 του 2004

Στις μέρες μας βρίσκεται στην επικαιρότητα με διάφορους τρόπους η θεωρία περί «Αυτοκρατορίας», μια θεωρία η οποία έρχεται σε πλήρη αντιπαράθεση με τη λενινιστική επεξεργασία για τον ιμπεριαλισμό ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Πυρήνα αυτών των αντιλήψεων αποτελεί η περιγραφή μιας υποτιθέμενης νέας κοινωνικό-οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας που έχει ήδη διαμορφωθεί παγκόσμια, ενός νέου σταδίου της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης που έχει ξεπεράσει και αντικαταστήσει τον ιμπεριαλισμό. Την πηγή τέτοιων θεωριών, που στην ουσία τους αποτελούν επανάληψη παλαιότερων ιδεολογημάτων απολογητικών του ιμπεριαλισμού, πρέπει να την αναζητήσουμε στη βαθιά λαθεμένη αντίληψη για τη φύση των παραγωγικών δυνάμεων στη σύγχρονη εποχή.

Χαρακτηριστικές και καθοριστικές είναι οι απόψεις ότι η οικονομική πραγματικότητα σήμερα «καθορίζεται λιγότερο από τα υλικά αντικείμενα που κατασκευάζονται και καταναλώνονται και περισσότερο από συν-παραγόμενες υπηρεσίες και σχέσεις»[1], με αποτέλεσμα στη σύγχρονη «πληροφοριακή» και «άυλη» οικονομία η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής να έχει χάσει το νόημα της, η εργατική τάξη να «έχει σχεδόν εξαφανιστεί από προσώπου γης»[2]. Στη βάση τέτοιων λανθασμένων εκτιμήσεων οι θεωρίες αυτές περιγράφουν την λεγόμενη «Αυτοκρατορία» σαν μια «παγκόσμια μορφή κυριαρχίας, συντιθέμενη από μια σειρά εθνικών και υπερεθνικών οργανισμών τους οποίους διέπει μια και η αυτή εξουσιαστική λογική»[3]. Μια κυριαρχία χωρίς «κάποιο εδαφικό κέντρο εξουσίας»[4], χωρίς αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, με αποδυναμωμένη έως εξαφανισμένη την εξουσία και το ρόλο των εθνικών κρατών, όπου «η ιστορία των ιμπεριαλιστικών, διιμπεριαλιστικών και αντιιμπεριαλιστικών πολέμων έχει λήξει»[5].

Ανεξάρτητα από τους επί μέρους χρωματισμούς της μιας ή της άλλης χρήσης της έννοιας «Αυτοκρατορία», της μερικότερης ή συνολικότερης θεώρησης των παγκόσμιων εξελίξεων, όλες αυτές οι απόψεις προβάλλουν μέσα στο παγκόσμιο εργατικό και λαϊκό κίνημα την απαράδεκτη εκτίμηση ότι πλέον δεν υπάρχει η ανάγκη να διαθέτει το εργατικό κίνημα στρατηγική και τακτική. Καλλιεργούν αυταπάτες για την αντικειμενική υλική πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού, αποκοιμίζουν και αφοπλίζουν το κίνημα μπροστά στον ταξικό αντίπαλο. Υποκαθιστούν την αναγκαιότητα της επαναστατικής πρωτοπορίας, των Κομμουνιστικών Κομμάτων με τα αυθόρμητα ξεσπάσματα του «πλήθους».
[...]

- Από την εποχή του Λένιν μέχρι σήμερα η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και της παραγωγής γνώρισαν αλματώδη ανάπτυξη, τα μονοπώλια, ιδιαίτερα τα πολυκλαδικά μονοπώλια, κυριάρχησαν ακόμα πιο καθοριστικά στις εθνικές και στην παγκόσμια αγορά, στο βαθμό που σήμερα ελέγχουν πάνω από το 60% του παγκόσμιου εμπορίου και η αξία της παραγωγής τους ανέρχεται περίπου στο 25% της αξίας της παγκόσμιας παραγωγής (στοιχεία 1999)[6].

Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι τα μονοπώλια «τείνουν να μετατρέψουν τα εθνικά κράτη σε απλά όργανα καταγραφής των ροών των αγαθών, των χρημάτων και των πληθυσμών που εκείνα θέτουν σε κίνηση»[7]. Τα μονοπώλια, οι ισχυρές μονοπωλιακές ενώσεις έχουν έναν καθοριστικό «εθνικό» δεσμό, πρώτα και κύρια στα 3 ιμπεριαλιστικά κέντρα. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Πάνω από το μισό των πωλήσεων των μονοπωλίων κατευθύνεται στην εγχώρια αγορά της χώρας που εδρεύουν, με ακραίο το παράδειγμα της Ιαπωνίας (75% για τη βιομηχανία, 77% για τον κλάδο των υπηρεσιών τη διετία 1992-3)[8]. Επιπλέον, τα περιουσιακά στοιχεία των μονοπωλίων ελέγχονται σε συντριπτικά ποσοστά από τις μητρικές επιχειρήσεις.

Αποτέλεσμα αυτού του εθνικού δεσμού είναι οι όροι αναπαραγωγής των διεθνικών εταιρειών, των μονοπωλίων και των ενώσεων τους (επίπεδο μισθών, φορολόγησης, όροι δανειοδότησης, τελωνειακή προστασία, κρατικές επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις, κτλ.) να διαμορφώνονται πρωτίστως στα πλαίσια των εθνικών κρατών, μέσα από κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις. Ταυτόχρονα όμως, πηγές κέρδους αναζητούνται και σε εξωτερικές αγορές με αποτέλεσμα να υπάρχει υλική βάση και ανάγκη για τη διευθέτηση των όρων αναπαραγωγής και μέσα από διακρατικές συμφωνίες και ρυθμίσεις, επίσης κρατικομονοπωλιακού χαρακτήρα .