Του Κώστα Ζυρίνη
Δημοσίευτηκε στο ΓΕΩ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ. 62/16.06.2001
Στήνω τρεις μπίλιες, απλώνω το τεμπεσίρι στη μύτη της στέκας, στοχεύω και... εκτελώ ένα απελπιστικά σκιτζίδικο χτύπημα. Λίγο ακόμα και θα ’σχιζα την πράσινη τσόχα. Ίσως και να φταίει το γεγονός ότι δεν βρίσκω κάπου λίγο ταλκ για να εξουδετερώσω τον ιδρώτα της παλάμης μου. Ίσως... Το ειρωνικό γελάκι του γηγενούς σερβιτόρου, που ωστόσο κάνει ότι κοιτάζει αλλού για να μη με προσβάλλει, μου κόβει τα «ίσως». Μην το ψάχνεις, δικέ μου, είναι περισσότερες από τρεις οι δεκαετίες που δεν παίζω μπιλιάρδο.
Ρεσεψιόν κι εστιατόριο του Ουάν Γουέι. Ψαθοσκεπής ισόγειος χώρος, ξύλινα δοκάρια, ξύλινα τραπεζοκαθίσματα, ξυλόγλυπτα αντίγραφα κλασικών καμποτζιάνικων αριστουργημάτων, πλακόστρωτο δάπεδο, ένας γύψινος κιτσάτος Βούδας στην είσοδο και τρία λαχταριστά πλάσματα γένους θηλυκού (ζωντανά αυτά) που συνυπάρχουν με το μόνιμο χαμόγελό τους: αμαλγάματα αθωότητας και ασιατικού αισθησιασμού. Αντί, λοιπόν, να σκίσω την τσόχα, προτιμώ ένα γενναίο πρωινό, σερβιρισμένο απ’ αυτά τα, σχεδόν άβυζα πλην εκλεκτά, δείγματα του είδους γυναίκα με το προειρημένο χαμόγελο.
Από την είσοδο του Ουάν Γουέι και πέρα απλώνεται η Πνομ Πεν. Η άγνωστη. Η μυστηριώδης. Η ματωμένη και ανήσυχη. Βρίσκομαι μέσα στο μαγνητικό της πεδίο. Και θα ενδώσω οπωσδήποτε στην έλξη της.