[...]
-Ποια ήταν όμως τα βασικά μοτίβα αυτής της έντυπης συνεργασίας; Μπορούμε να διακρίνουμε δυο διαφορετικές περιόδους, με διαφορετικά καθεμιά χαρακτηριστικά της φιλοκατοχικής προπαγάνδας –αν εξαιρέσουμε, φυσικά, τον κοινό τόπο της εξύμνησης του κατακτητή και των ντόπιων οργάνων του.
Στην πρώτη φάση, από τον Απρίλιο του 1941 μέχρι τα τέλη του 1942, τον τόνο δίνει η προβολή των στρατιωτικών επιτυχιών του Αξονα και η απροκάλυπτη εξύμνηση του ναζισμού και του φασισμού ως καινοτόμων «φιλολαϊκών» κοινωνικών συστημάτων, σε συνδυασμό με τις υμνωδίες για τον γερμανικό και ιταλικό πολιτισμό, την υπενθύμιση των «προαιώνιων δεσμών» του Ελληνισμού μ’ αυτές τις χώρες και -σε μια πρώτη φάση- την αισιόδοξη επαγγελία των προοπτικών της Ελλάδας και της οικονομίας της στο πλαίσιο της πανευρωπαϊκής χιτλερικής Νέας Τάξης.
«Η Ελλάς δεν μπορεί να είναι διαρκώς μια χώρα “σούι γκένερις”», ξεκαθαρίζει λ.χ. ο Μελάς από τις στήλες της «Καθημερινής» (7/5/1941), δέκα μέρες μετά την είσοδο της Βέρμαχτ στην Αθήνα. «Για να προσαρμοσθούμε στη σημερινή μορφή της Ευρώπης χρειαζόμαστε κράτος με μορφή κατάλληλη, που να μπορή ν’ ανταποκριθή με όσον το δυνατόν μεγαλύτερη ευστοχία σ’ έναν τέτοιο σκοπό. Να θέλουμε να μπούμε στην καινούρια ζωή της Ευρώπης -και είμαστε υποχρεωμένοι να μπούμε- με κράτος παρωχημένης μορφής, είναι το ίδιο σαν να επιχειρούσαμε να παίξουμε Μπετόβεν με λατέρνα».Για να μην αφεθεί δε η παραμικρή αμφιβολία τι ακριβώς συμβολίζει η λατέρνα, ο ίδιος αρθρογράφος φροντίζει να επισημάνει την κεφαλαιώδη αντίφαση των προηγούμενων μηνών:

