του Αντώνη Φάρα
Κυκλοφορεί στο The Books’ Journal – το περιοδικό των βιβλίων- το κείμενο «Η υποκρισία του ελληνικού αντισιωνισμού» του Ιλάν Μανουάχ, το οποίο στην ουσία ανακυκλώνει, με ελληνική προσαρμογή, τον βασικό ιδεολογικό πυρήνα του επιχειρήματος της Eva Illouz στο “Time to Unmask the Imposture of anti-Zionism”.
Θέλω εδώ να απαντήσω ακριβώς πάνω σε αυτό το σημείο: στο τι εννοούμε όταν μιλάμε για σιωνισμό.
Το άρθρο του Books’ Journal επιχειρεί, σε γενικές γραμμές, τρία πράγματα. Πρώτον, να παρουσιάσει τον σύγχρονο αντισιωνισμό στην Ελλάδα ως επιλεκτική, υποκριτική ή και καμουφλαρισμένη μορφή αντισημιτισμού. Δεύτερον, να υποστηρίξει ότι για πολλούς Εβραίους ο σιωνισμός είναι συστατικό στοιχείο αξιοπρέπειας, ιστορικής αυτοσυνείδησης και συλλογικής επιβίωσης μετά το Ολοκαύτωμα, άρα η επίθεση στον σιωνισμό προσεγγίζει μια επίθεση στην ίδια την εβραϊκή ταυτότητα. Και τρίτον, να ισχυριστεί ότι η ελληνική Αριστερά και ο προοδευτικός χώρος εφαρμόζουν δύο μέτρα και δύο σταθμά: αναγνωρίζουν το δικαίωμα άλλων μειονοτήτων να ορίζουν οι ίδιες τη μορφή της καταπίεσής τους, αλλά δεν δέχονται αντίστοιχα τις εβραϊκές εμπειρίες όταν αυτές κατονομάζουν αντισημιτισμό μέσα στον αντισιωνιστικό λόγο. Αυτή η επιχειρηματολογία δεν είναι αμελητέα· ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να απαντηθεί πολιτικά και ιστορικά, όχι ηθικολογικά.
Η υποκρισία δεν είναι του «αντισιωνισμού», αλλά του ταυτοτικού σιωνισμού
Το βασικό τέχνασμα του κειμένου είναι ότι μετατρέπει μια πολιτική έννοια σε ταυτοτική ουσία. Παρουσιάζει τον σιωνισμό περίπου ως το «pride» των Εβραίων, ως μια ιστορική έκφραση αξιοπρέπειας μετά τους διωγμούς, και άρα κάθε ριζική κριτική του σιωνισμού εμφανίζεται περίπου ως επίθεση στην ίδια την εβραϊκή ύπαρξη. Αυτό είναι το κεντρικό σφάλμα, αλλά και ταυτόχρονα η βασική ιδεολογική λειτουργία του κειμένου.
Για να συζητήσουμε σοβαρά, πρέπει πρώτα να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε.
Ο σιωνισμός δεν είναι ένα συναίσθημα, ούτε ένα πολιτισμικό βίωμα, ούτε ένα υπαρξιακό δικαίωμα αφηρημένα νοούμενο. Και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο, δηλαδή δεν συγχέεται με την εβραικότητα. Ο σιωνισμός είναι μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική: η θέση ότι η ίδρυση και διατήρηση ενός εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη, σε γη ήδη κατοικημένη, ακόμη και μέσω εκτοπισμού του γηγενούς πληθυσμού, δεν συνιστά πρόβλημα αρχής. Αντίστοιχα, αντισιωνισμός είναι η θέση ότι αυτό ακριβώς το πολιτικό σχέδιο είναι πρόβλημα αρχής. Όχι επειδή είναι «εβραϊκό», αλλά επειδή είναι αποικιακό.
Αυτή η διάκριση έχει τεράστια σημασία. Διότι χωρίς αυτήν, κάθε κριτική στο αποικιακό καθεστώς του Ισραήλ συγχέεται τεχνητά με εχθρότητα προς τους Εβραίους ως Εβραίους. Και τότε ο αντισιωνισμός βαφτίζεται αντισημιτισμός, όχι για να προστατευθούν οι Εβραίοι από το μίσος, αλλά για να προστατευθεί ένα κράτος από την πολιτική κριτική.
Ο αρθρογράφος επαναλαμβάνει, στην ουσία, το γνώριμο επιχείρημα ότι ο αντισιωνισμός είναι ύποπτος επειδή το Ισραήλ αποτελεί για πολλούς Εβραίους στοιχείο ασφάλειας, ταυτότητας ή ιστορικής αποκατάστασης. Όμως εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιδεολογική μετατόπιση: μια υπαρκτή ιστορική τραγωδία (ο αντισημιτισμός, τα πογκρόμ, το Ολοκαύτωμα) χρησιμοποιείται για να εξαγνιστεί ένα αποικιακό σχέδιο. Σαν να μπορεί η ευρωπαϊκή βαρβαρότητα απέναντι στους Εβραίους να λυθεί με τη μεταφορά του κόστους στους Παλαιστινίους.
Δεν μπορεί.
Το γεγονός ότι οι Εβραίοι υπήρξαν θύματα της πιο ακραίας μορφής ρατσιστικής εξόντωσης στην ευρωπαϊκή ιστορία δεν αναιρεί το άλλο γεγονός: ότι η συγκρότηση του Ισραήλ πραγματοποιήθηκε πάνω στην εκδίωξη ενός άλλου λαού. Δεν υπάρχει κανένα ιστορικό τραύμα, ούτε καν το Ολοκαύτωμα, που να ακυρώνει αυτό το δεδομένο ή να το μετατρέπει σε ηθικά ουδέτερη πράξη. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι Εβραίοι διεκδίκησαν ασφάλεια. Το πρόβλημα είναι ότι η ασφάλεια αυτή οργανώθηκε ως εθνοκρατικό και εποικιστικό καθεστώς πάνω στη γη ενός άλλου λαού.













