By Julian Mischi, valia and Βασίλης Παπακριβόπουλος (μετάφραση)
Η εξασθένηση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος οφείλεται σε πολλές αιτίες. Μια από αυτές, η οποία μάλιστα επιτάχυνε την καθοδική του πορεία, ήταν
η επιθυμία του να προσαρμόσει τον λόγο του στις προσδοκίες της μεσαίας τάξης.
Παρίσι, Ιανουάριος του 2014. Φτάνουμε στην έδρα του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCF), στην πλατεία Κολονέλ Φαμπιέν (1), για να ζητήσουμε στοιχεία για τα μέλη του. Πόσα είναι; Και, κυρίως, ποιοι είναι; Σύμφωνα με όλους τους δείκτες,
οι λαϊκές τάξεις έχουν ολοένα και μικρότερη παρουσία στα ηγετικά κλιμάκια της οργάνωσης. Τι συμβαίνει όμως στη βάση; Θεωρητικά, θα έπρεπε να είναι εύκολο να έχουμε μια απάντηση στο το ερώτημα. Από το 2009, το τμήμα «Κομματική Ζωή» συγκεντρώνει τις πληροφορίες που διαθέτει το κόμμα για τα μέλη του: ηλικία, φύλο, τόπο κατοικίας, κλάδο επαγγελματικής δραστηριότητας… Ωστόσο,
ούτε λέξη για την κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορία στην οποία ανήκουν. Γνωρίζουμε ότι το τάδε μέλος του κόμματος εργάζεται στον Γαλλικό Οργανισμό Σιδηροδρόμων ή στον τομέα της αεροναυπηγικής, όχι όμως και το εάν είναι στέλεχος ή εργάτης. Η έλλειψη ενδιαφέροντος για την κοινωνική θέση των μελών συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο μια τάση η οποία εντείνεται στους κόλπους του ΚΚΓ εδώ και τριάντα χρόνια:
το ζήτημα της εκπροσώπησης των λαϊκών τάξεων, από κομβικό ζήτημα άλλοτε, έχει σήμερα μετατραπεί σε δευτερεύον.
Από την απελευθέρωση της χώρας από την γερμανική κατοχή
έως τη δεκαετία του 1970, το ΚΚΓ μπορούσε να εμφανίζεται ως η φωνή της εργατικής τάξης, καθώς τα ηγετικά του στελέχη προέρχονταν κατά κύριο λόγο από τις λαϊκές τάξεις, ο Μορίς Τορέζ, ο ιστορικός ηγέτης του από το 1930 ώς το 1964 ήταν ανθρακωρύχος. Ο Βαλντέκ Ροσέ, ο διάδοχός του, ήταν αγρότης, ο δε Ζακ Ντικλό, υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές του 1969, όπου απέσπασε το 21% των ψήφων, υπήρξε μαθητευόμενος ζαχαροπλάστης πριν μετατραπεί σε επαγγελματικό στέλεχος. Το ίδιο συνέβαινε και σε τοπικό επίπεδο: Πριν γίνει δήμαρχος της Ομπερβιλιέ (1945-1953), ο Σαρλ Τιγιόν εργαζόταν ως εργάτης εφαρμοστής. Οι διάδοχοί του, Εμίλ Ντιμπουά (1953-1957) και Αντρέ Καρμάν (1957-1984), ήταν εργάτες, στο εργοστάσιο φωταερίου ο πρώτος και φρεζαδόρος ο δεύτερος. Καθώς
το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε επιλέξει την προώθηση στελεχών με ταπεινή κοινωνική καταγωγή στη σφαίρα της εξουσίας, την οποία μέχρι τότε νέμονταν οι εκπρόσωποι της αστικής τάξης, είχε κατορθώσει να αναστατώσει τη γαλλική πολιτική ζωή και την κοινωνική τάξη πραγμάτων. Ο λαϊκός χαρακτήρας της οργάνωσης εκλαμβανόταν εκείνη την εποχή ως μια αναγκαιότητα, έτσι ώστε
ο στόχος της χειραφέτησης των εργαζόμενων να εντάσσεται άμεσα στις πρακτικές του κόμματος.
Η βάση του ΚΚΓ υπέστη ένα τρομερό πλήγμα από τις οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές που υπέστησαν οι λαϊκές τάξεις από τη δεκαετία του 1970. Όταν ο κόσμος των εργατών βρέθηκε αντιμέτωπος με την εργασιακή επισφάλεια και την αύξηση της ανεργίας, έχασε την κοινωνική συνοχή του.
Ωστόσο, η κρίση του κόμματος δεν μπορεί να αποδοθεί σε μια υποθετική εξαφάνιση των εργατών, οι εργάτες εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να αποτελούν σχεδόν το ένα τέταρτο του ενεργού πληθυσμού, ενώ η μείωση του αριθμού των μελών του ΚΚΓ ακολούθησε πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς από εκείνους με τους οποίους πραγματοποιήθηκε η διάβρωση της εργατικής τάξης. Το 1975, υπήρχαν στη Γαλλία 8.200.000 εργάτες, ενώ το 1999 υπήρχαν ακόμα 7.000.000, τη στιγμή που –εντωμεταξύ- το ΚΚΓ είχε χάσει περισσότερα από τα μισά μέλη του, περνώντας από τις 500.000 στις 200.000. Επίσης, με την άνοδο που γνώρισε η τάξη των υπαλλήλων, νέες λαϊκές μορφές έκαναν την εμφάνισή τους, προερχόμενες από τον τομέα των υπηρεσιών. Αν και
οι εργάτες και οι υπάλληλοι εξακολουθούν να αποτελούν την πλειοψηφία του γαλλικού ενεργού πληθυσμού, οι μεταβολές που επήλθαν στις συνθήκες ζωής τους (χωροταξικές, καθώς αναγκάστηκαν να μετακινηθούν σε μακρινά προάστια λόγω της κερδοσκοπίας στην αγορά κατοικίας και στις μειωμένες επενδύσεις σε κοινωνική κατοικία) και στην εργασία τους (αλλαγές στον καταμερισμό εργασίας), υπονόμευσαν το πέρασμά τους στην πολιτική δράση.
Έτσι, η εξασθένηση του ΚΚΓ αντανακλά τις βαθύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές που έχουν υποστεί οι λαϊκές τάξεις: εκφράζει την υποχώρηση του εργατικού κινήματος. Η παρακμή, η οποία σηματοδοτεί την εξάντληση μιας φάσης έντονης πολιτικοποίησης της γαλλικής κοινωνίας κατά την περίοδο που ακολούθησε τον Μάη του 1968, εξηγείται επίσης και από τις ανατροπές που συνέβησαν στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων, κυρίως με την κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου, αλλά και από τις αλλαγές στο γαλλικό πολιτικό σύστημα, στο οποίο ο πρόεδρος της Δημοκρατίας απέκτησε τα τελευταία πενήντα χρόνια κυρίαρχη θέση, με παράλληλη σημαντική ενίσχυση του δικομματισμού.
Ουμανισμός και δημοκρατία στην καρδιά του «παρισινού Μανχάταν»
Ωστόσο, οι παραπάνω ερμηνείες δεν αφορούν το εσωτερικό του κόμματος και δεν αποδεικνύονται αρκετές.
Θα ήταν απλουστευτικό να δούμε την παρακμή του ΚΚΓ μονάχα κάτω από το πρίσμα μιας μηχανιστικής και δρομολογημένης εξέλιξης, από την οποία δεν θα μπορούσαμε να αντλήσουμε κανένα δίδαγμα.
Για να κατανοήσουμε την απομάκρυνση του ΚΚΓ από τις λαϊκές τάξεις και την εκλογική του κατάρρευση (από 15,3% στις προεδρικές εκλογές του 1981, έπεσε στο 1,9% στις αντίστοιχες του 2007), οφείλουμε να αναλύσουμε τις εξελίξεις που επήλθαν στον λόγο του κόμματος και στην οργανωτική δομή του.
Από τη δεκαετία του 1980 –και κυρίως του 1990- το ΚΚΓ επιδιώκει να εκπροσωπήσει όχι πλέον μονάχα τις λαϊκές τάξεις, αλλά και ολόκληρη τη Γαλλία μέσα στη «διαφορετικότητά» της. Η ανάλυση της κοινωνίας που στηρίζεται σε ταξικούς όρους υποχωρεί και αντικαθίσταται από θεματικές όπως η «συμμετοχή των πολιτών» ή η «επαναδημιουργία του κοινωνικού ιστού». Όπως συνέβη στην περίπτωση του Μοντρέιγ, η κομμουνιστική ηγεσία των δήμων των εργατικών προαστίων υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό τη θεματική του «κοινωνικού αποκλεισμού» στις «υποβαθμισμένες συνοικίες», επικυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο την αποπολιτικοποίηση των προβλημάτων (2).