Καλωσήλθατε στον Fadomduck2

To παρόν ιστολόγιο αποτελεί φυσική συνέχεια του Fadomduck στο οποίο θα βρείτε συλλογές κειμένων, παραπομπές σε ηλεκτρονικές διευθήνσεις με πολιτικά βιβλία και μουσική, καθώς και μια αρκετά μεγάλη συλλογή με αφίσσες από την Σοβιετική Ενωση (μέχρι και το 1956). Αρχείο με τα άρθρα του Fadomduck #1 θα βρείτε εδώ. O Fadomduck2 όπως και ο προκάτοχος του δηλώνει πως αν και ντρέπεται να κρύψει τις συμπάθειες του, δεν εκπροσωπεί καμμία συλλoγικότητα, παρά μόνο τον εαυτό του. Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί του στο alepotrypa200@gmail.com

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ: Αυτοκτονία σε αργή κίνηση

Αναγκαστική σίτιση στο Γκουαντάναμο
Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από ένα αρκετά παλιότερο κείμενο (1996) του "Ιού" της ελευθεροτυπίας.
Αναδημοσιεύεται για ευνόητους λόγους επικαιρότητας...

[...]

Φαινόμενο λοιπόν με εξαιρετική ποικιλία και μεγάλο γεωγραφικό εύρος, η απεργία πείνας αποτελεί σχετικά πρόσφατη μορφή διεκδίκησης. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε προ καιρού τον ιστορικό Ζορζ Ντιμπί σε μια ενδιαφέρουσα υπόθεση: καθώς στις παραδοσιακές κοινωνίες ο θάνατος από την πείνα απειλούσε καθημερινά πλατιά στρώματα του πληθυσμού, η συνειδητή αποχή από το φαγητό -και κυρίως το ψωμί- θα συνιστούσε πράξη ιεροσυλίας. Σύμφωνα εξάλλου με το τότε πανίσχυρο χριστιανικό αξιακό σύστημα, το "μιαρό" ανθρώπινο σώμα συνιστούσε αντικείμενο περιφρόνησης: η δια της νηστείας τιμωρία του γινόταν αντιληπτή ως πράξη ευλάβειας και κλειδί για τη σωτηρία της ψυχής.
Από τις πρώτες απεργίες πείνας είναι κατά πάσαν πιθανότητα οι μαζικές νηστείες την εποχή του αγώνα για την αμερικανική ανεξαρτησία. Καταφεύγοντας στη συμβολική πράξη της νηστείας, οι Αμερικανοί έδιναν πολιτική χροιά σε μια θρησκευτική παράδοση, πείθοντας τους αναποφάσιστους συμπολίτες τους να συμμετάσχουν στην αντίσταση κατά της αγγλικής κατοχής. Επρεπε να κυλήσουν αρκετές ακόμη δεκαετίες για να αρχίσουν οι απεργίες των φυλακισμένων ως μέσο διεκδίκησης καλύτερων όρων κράτησης. Προς το τέλος του 19ου αιώνα, οι φυλακισμένοι κατέφευγαν πλέον συχνά στο νέο μέσο πάλης. Ανάμεσά τους οι ρώσοι πολιτικοί κρατούμενοι και ο ίδιος ο Τρότσκι, ο οποίος το 1898 ξεκίνησε με τους συντρόφους του απεργία πείνας στη φυλακή της Χερσώνας. Οι κατηγορίες των απεργών πείνας θα αυξηθούν τα ερχόμενα χρόνια και μόνο στις εμπόλεμες περιόδους -τότε που η τροφή μετατρέπεται και πάλι σε ύψιστο αγαθό- θα παρατηρηθεί μια σχετική μείωση του αριθμού των ατόμων που θα καταφύγουν στο μέσο αυτό. Ολο αυτό το διάστημα οι κατά τόπους αρχές θα υιοθετήσουν ποικίλους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος, άλλοτε εκχωρώντας ειδικό βάρος στο ιατρικό σώμα, άλλοτε φροντίζοντας να εξασφαλίσουν ένα βολικό νομοθετικό πλαίσιο.

Από τις αγγλίδες σουφραζέτες στους φυλακισμένους κομμουνιστές του Μεσοπολέμου και από τους ιρλανδούς μαχητές στους αλγερινούς πολιτικούς κρατούμενους, πάμπολλες είναι οι κατηγορίες απεργών πείνας που επί έναν ήδη αιώνα βάζουν τη ζωή τους σε κίνδυνο προκειμένου να πείσουν τις αρχές για το δίκαιο των αιτημάτων τους. Πολλοί από αυτούς πέθαναν, άλλοι υποβλήθηκαν σε υποχρεωτική σίτιση που και αυτή κάποτε τους στοίχισε τη ζωή. Για να μείνουμε μόνο στους Ιρλανδούς, ένας από αυτούς, ο Τόμας Ας, πέθανε το 1917 εξαιτίας πληγής στο λάρυγγα που του προξένησε ο σωλήνας της υποχρεωτικής σίτισης. Ιρλανδός υπήρξε και ο πρώτος απεργός πείνας που οδηγήθηκε στο θάνατο. Πρόκειται για το δήμαρχο Τέρενς Μακ Σουίνι, ο οποίος αρνήθηκε μέχρι τέλους να δεχθεί τροφή. Την τύχη του θα μοιράζονταν πολύ σύντομα άλλοι είκοσι σύντροφοί του.

Προς το τέλος της δεκαετίας του '50, η απεργία πείνας έγινε ένα διαδεδομένο μέσο πάλης των κρατουμένων που σύντομα θα οδηγούσε στη σκλήρυνση της στάσης των δυτικών κυβερνήσεων. Το δράμα θα κορυφωθεί με τις αλλεπάλληλες απεργίας πείνας των μελών της RAF που διαμαρτύρονταν για την απομόνωσή τους στα γερμανικά λευκά κελιά και το θάνατο του Χόλγκερ Μάινς ύστερα από απεργία πείνας 58 ημερών τον Νοέμβριο 1974, καθώς και με το θάνατο του Ιρλανδού Μπόμπι Σαντς και άλλων εννέα συντρόφων του από τον Μάιο ως τον Αύγουστο του 1981.
Υπάρχουν όμως και οι απεργίες πείνας που είτε δεν βλέπουν το φως της δημοσιότητας είτε απασχολούν ένα μικρό μονόστηλο των εφημερίδων. Οπως προκύπτει από μελέτη του Ολιβιέ Ντιαμέλ βασισμένη στην αποδελτίωση της γαλλικής "Λε Μοντ" (1971-1981), οι απεργίες πείνας - ατομικές και συλλογικές- που απασχολούν την ειδησεογραφία, μπορούν να ταξινομηθούν ως προς το κίνητρό τους σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: εκείνες που έχουν συμβολική αξία, γίνονται δηλαδή για λόγους αλληλεγγύης και δεν αφορούν προσωπικά τον ίδιο τον απεργό, εκείνες που στοχεύουν στην αναγνώριση ενός δικαιώματος και εκείνες που σχετίζονται με ένα οικονομικό αίτημα. Ως προς τη συχνότητα τώρα του φαινομένου, η έρευνα αναφέρει ότι η εφημερίδα δημοσίευε κατά μέσον όρο κάθε επτά ημέρες μια απεργία που πραγματοποιόταν στη Γαλλία και κάθε έντεκα ημέρες μια απεργία πείνας από το εξωτερικό.
Η τυπολογία αυτή επαναφέρει στο νου την υπόθεση του Ζορζ Ντιμπί. Η απεργία πείνας ως μέσο διαμαρτυρίας και πάλης συνιστά φαινόμενο των νεότερων κοινωνιών, ακριβώς επειδή στηρίζεται σε τρεις απολύτως σύγχρονες προϋποθέσεις: Πρώτον, η απεργία πείνας έχει νόημα μόνον όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα συνιστούν κοινωνικό αγαθό. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά τη δυνατότητα να κοινοποιηθεί η απεργία, να γίνει δηλαδή γνωστή στο ευρύ κοινό με τη μεσολάβηση των δημοσιογράφων και των μέσων ενημέρωσης. Και η τρίτη, όχι πολύ διαφορετική από τη δεύτερη, σχετίζεται με την ύπαρξη συγκροτημένης "κοινής γνώμης": η απεργία πείνας αποκτά νόημα μόνον όταν μέσω ενός ενημερωτικού δικτύου ευαισθητοποιείται ένα κίνημα συμπαράστασης στον απεργό, ικανό να επηρεάσει με τη σειρά του την εγκαλούμενη εξουσία. Στις προϋποθέσεις αυτές ας προστεθούν και οι σύγχρονες αντιλήψεις για το ανθρώπινο σώμα που έχουν σαφώς διαφοροποιηθεί από εκείνες των παραδοσιακών κοινωνιών: σήμερα, το ανθρώπινο κορμί διατηρεί την αξία του, αλλά έχει χάσει την ιερότητά του. Η ταλαιπωρία του δεν αποτελεί πλέον αμάρτημα, αλλά ούτε και εξιλέωση.
Μεσολαβούν, λοιπόν τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και καθορίζουν τι και πώς θα γίνει γνωστό. "Αν θέλαμε να κυριολεκτήσουμε, θα ορίζαμε την απεργία πείνας ως το θέαμα μιας αυτοκτονίας σε αργή κίνηση", είπε κάποτε ο Σερζ Ζιλί της γαλλικής "Λιμπερασιόν". "Εκεί που μια αυτοκτονία διαρκεί δευτερόλεπτα, η απεργία πείνας επεκτείνει την αυτοκτονία σε 40, 50, 60 ημέρες. Και τα μέσα ενδιαφέρονται για το γεγονός της αργής αυτής αυτοκτονίας μόνον από τη στιγμή που αρχίζει ο κίνδυνος του θανάτου. Οπως αποδείχθηκε στην περίπτωση των Ιρλανδών, τα μίντια μετέτρεψαν την υπόθεση σε καθημερινό ειδησεογραφικό σίριαλ μόνο από την εικοστή ημέρα, όταν οι γιατροί μπορούσαν πια να μιλήσουν για ανήκεστες βλάβες της υγείας των κρατουμένων".

[...]

Πριν από 65 (84) χρόνια

Με αμηχανία αντιμετώπισε ο -άμαθος τότε- ελληνικός Τύπος την είδηση ότι οι κρατούμενες στις φυλακές Αβέρωφ κομμουνίστριες αποφάσισαν να ξεκινήσουν απεργία πείνας προκειμένου να καταγγείλουν την "τρομοκρατία που υφίσταντο στις φυλακές". Ηταν αρχές Νοεμβρίου του 1930 και ο συνδυασμός δύο εξαιρετικά ασυνήθιστων για την εποχή στοιχείων μπορεί να μας φωτίσει τους λόγους για τους οποίους οι δημοσιογράφοι της εποχής δεν ήξεραν πώς να χειριστούν την παράδοξη πληροφορία: από τη μια οι απεργίες πείνας δεν αποτελούσαν ακόμη γνωστό μέσο διαμαρτυρίας, από την άλλη οι απεργοί ήταν γυναίκες που διεκδικούσαν με τον τρόπο τους το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου σε μίαν εποχή που οι ομόφυλές τους δεν είχαν ακόμη κατακτήσει την ψήφο, το πιο στοιχειώδες δηλαδή δικαίωμα που απορρέει από την ιδιότητα του πολίτη.
Οταν η Αύρα Βλάση (κατόπιν Παρτσαλίδη), η αδελφή της Πέρσα Βλάση και η Σμαρώ Κρητικού, στελέχη και οι τρεις του ΚΚΕ, αποφάσιζαν να αρνηθούν το συσσίτιο της φυλακής, πρέπει ασφαλώς να φαντάζονταν τα σχόλια που θα προκαλούσε η κίνησή τους. Και ενώ η Κόκκινη Βοήθεια, η οργάνωση του ΚΚΕ που φρόντιζε για τους κρατούμενους κομμουνιστές και τις οικογένειές τους προέβαινε σε διάβημα προς τη διεύθυνση των φυλακών και ενημέρωνε σχετικά τον καθημερινό τύπο και τα γυναικεία περιοδικά της εποχής, ο Ριζοσπάστης αναλάμβανε την υπεράσπιση των πρωτοπόρων για τα ελληνικά δεδομένα απεργών πείνας:
"Πώς να συγκρατήσουμε την περηφάνια μας και πώς να κρύψουμε το καμάρι μας, όταν τέτοιες γυναίκες βγάζει το κίνημα;", έγραφε στις 5 Νοεμβρίου ο επιφυλλιδογράφος της εφημερίδας Νίκος Κατηφόρης που υπέγραφε ως "Προλετάριος". Και συνέχιζε:"Μέσα σε μίαν εποχή γενικού εξευτελισμού της γυναίκας, μέσα σ' ένα καθεστώς που μεταβάλλει τις γυναίκες σε μηχανές για παιδιά, σε πόρνες ή σε άβουλες κούκλες, να οι δικές μας γυναίκες, μόνες αυτές μέσα στον ωραίο όχλο των αστικών και των μικροαστικών τάξεων, μέσα στη βάρβαρη λάσπη της αστικής κοινωνίας, αυτές έχουνε υψωθεί σε τέτοιο ανώτερο επίπεδο, πήρανε μέσα τους μια συνείδηση τόσο φωτεινή, ώστε να εξισώνονται στην πάλη του προλεταριάτου με τους καλύτερους άντρες. (...) Για μας, η απεργία της πείνας που κήρυξαν οι συντρόφισσές μας είχε κάτι ολότελα φυσικό, μα για τους αστούς αποτελεί τουλάχιστο θαύμα!".
[...]

«Σιτίστε τις με το ζόρι!»

Την εποχή που αγωνίζονταν για το δικαίωμα των γυναικών στην ψήφο, οι αγγλίδες σουφραζέτες βρέθηκαν συχνά στη φυλακή. Τον Ιούλιο του 1909, η Μάριον Ουάλας Ντάνλοπ ξεκινά στη φυλακή απεργία πείνας, προκειμένου να της αναγνωριστεί το καθεστώς της πολιτικής κρατούμενης. Αμήχανες, οι αρχές την αφήνουν ελεύθερη ύστερα από 91 ώρες. Στη συνέχεια, όλες οι κρατούμενες σουφραζέτες ακολουθούν την ίδια τακτική. Με πρωτοβουλία του υπουργού Εσωτερικών Γκλάντστοουν, η κυβέρνηση αποφασίζει να αντιδράσει δυναμικά: όποια κρατούμενη καταφεύγει σε απεργία πείνας, θα υποβάλλεται στο εξής σε αναγκαστική σίτιση. Στις 17 Σεπτεμβρίου συλλαμβάνεται η Μαίρη Λι για παρεμπόδιση ομιλίας του πρωθυπουργού Ασκουιθ και αντίσταση κατά της αρχής. Η Μαίρη Λι είχε σκαρφαλώσει στη στέγη γειτονικού σπιτιού και πέταγε κεραμίδια στο δρόμο. Χρειάστηκε τεράστια αστυνομική δύναμη και η βοήθεια της μισής πυροσβεστικής της περιοχής για να την κατεβάσουν με τη βία και να την οδηγήσουν βρεγμένη και αιμόφυρτη στη φυλακή. Ηταν η πρώτη που θα δοκίμαζε το νέο μέτρο...
«Κατά την άφιξή μου στη φυλακή το απόγευμα της Τετάρτης 22 Σεπτεμβρίου, θέλησα να διαμαρτυρηθώ για τη μεταχείριση που μου επιφυλάχθηκε και έσπασα τα τζάμια του κελιού μου. Με μετέφεραν στην απομόνωση, ένα κρύο και σκοτεινό δωμάτιο, όπου με άφησαν με τα χέρια δεμένα με χειροπέδες στην πλάτη. Την Πέμπτη μου έφεραν φαγητό, αλλά δεν το άγγιξα. Το απόγευμα με οδήγησαν μπροστά στις δικαστικές αρχές που μου ανακοίνωσαν ότι θα παρέμενα επί εννέα ημέρες στην απομόνωση με νερό και ψωμί και θα πλήρωνα αποζημίωση για τη συμπεριφορά μου. Μου αφαίρεσαν τις χειροπέδες τα μεσάνυχτα της Πέμπτης. Συνέχισα να αρνούμαι το φαγητό. Το μεσημέρι του Σαββάτου με οδήγησαν στο ιατρείο, όπου είδα τη διευθύνουσα, οκτώ δεσμοφυλάκισσες και δύο γιατρούς. Στο πάτωμα υπήρχε ένα σεντόνι, και πάνω του είχαν τοποθετήσει μια ιατρική καρέκλα. Ο γιατρός μου ζήτησε να κάτσω και μου είπε: "Ακούστε προσεκτικά. Εχω διαταγές από τους ανωτέρους μου. Δεν υπάρχει περίπτωση να βγείτε, ακόμη και για λόγους υγείας. Αν λοιπόν συνεχίσετε να μην τρώτε, θα αναγκαστώ να καταφύγω σε άλλα μέσα". Του απάντησα: "Αν μου δώσετε τροφή με τη βία, θέλω να ξέρω πώς θα το κάνετε". "Αυτό είναι δική μου δουλειά", ανταπάντησε. Του εξήγησα ότι μόνο αν μπορούσε να αποδείξει ότι είμαι διανοητικά ανάπηρη είχε το δικαίωμα να προχωρήσει χωρίς τη συγκατάθεσή μου. "Αυτές είναι οι διαταγές που έχω", είπε.
Με περικύκλωσαν τότε δέκα περίπου άτομα, με έσπρωξαν πίσω στην καρέκλα, και, ενώ ο γιατρός μου κρατούσε ανοικτό το στόμα, μία από τις δεσμοφυλάκισσες έριξε μέσα με ένα κουτάλι γάλα και κονιάκ. Δύο ημέρες αργότερα, το Σάββατο, οι δεσμοφυλάκισσες μπήκαν στο κελί και με έσπρωξαν στο κρεβάτι. Καθώς με κρατούσαν ακίνητη, δύο γιατροί μου έβαλαν στη μύτη ένα σωληνάκι που κατέληγε σε χωνί και είχε στη μέση ένα γυάλινο δοχείο, από όπου μπορούσε κανείς να ελέγξει τη ροή. Το σωληνάκι αυτό έμπαινε τη μία φορά στο ένα ρουθούνι και την επόμενη στο άλλο. Ο πόνος, ψυχικός και σωματικός, ήταν μεγάλος κατά τη διάρκεια της σίτισης. Ο ένας γιατρός επενέβη και με τάισαν πάλι γάλα με το κουταλάκι. 
Την Κυριακή ήρθαν πάλι και ο γιατρός με παρακάλεσε να δεχθώ τροφή. Αρνήθηκα και μου έδωσαν πάλι γάλα με το κουταλάκι. Αυτό συνεχίστηκε ως τις 2 Οκτωβρίου. Κάθε φορά ήταν παρόντα επτά άτομα: οι πέντε υπάλληλοι της φυλακής και οι δύο γιατροί. Ο ένας μου κρατούσε πάντα το στόμα ανοικτό, ενώ ο άλλος μου έκλεινε τη μύτη. Το Σάββατο 2 Οκτωβρίου αποφάσισα να βάλω τα έπιπλα του κελιού μου πίσω από την πόρτα. Μαζεύτηκαν αρκετοί φύλακες με σιδερένιους λοστούς και τους πήρε τρεις ώρες για να μπουν.
Την Κυριακή μπήκαν στο κελί μου τέσσερις δεσμοφυλάκισσες και δύο γιατροί και μου έβαλαν με τη βία γάλα από τη μύτη με το σωληνάκι. Από τότε με υποβάλλουν στο ίδιο μαρτύριο δύο φορές την ημέρα. Πρόκειται για διαδικασία εξαιρετικά επώδυνη: τα τύμπανα πάνε να σπάσουν και νιώθεις τρομερούς πόνους στο λαιμό και το στήθος. Με κρατούν ακινητοποιημένη, ο ένας γιατρός κρατά ψηλά το χωνί και σπρώχνει το υγρό (γάλα και αβγό), ενώ ο άλλος χώνει το σωλήνα στο ρουθούνι. Οταν τελειώσουν, τοποθετούν κάτω από το πηγούνι μου μια λεκάνη με ζεστό νερό και ο δεύτερος γιατρός τραβά. Προτού αρχίσουν και αφού ολοκληρώσουν, ελέγχουν την καρδιά και μου κάνουν ένα σωρό εξετάσεις. Εκείνο που νιώθω είναι αδυναμία και έναν αφόρητο πόνο στη μύτη, τα αφτιά και το διάφραγμα. Οταν ο γιατρός κρίνει πως το υγρό δεν κατεβαίνει με ικανοποιητικό ρυθμό, μου πιέζει τη μύτη, ενώ ο σωλήνας βρίσκεται ακόμη μέσα, προκαλώντας μου ακόμη μεγαλύτερο πόνο».
ΜΑΙΡΗ ΛΙ
(Από την έκθεση που υπέβαλε στο δικηγόρο της)

Από το ημερολόγιο του μέχρι θανάτου ιρλανδού απεργού πείνας Μπόμπι Σάντς: 
"5/3/1981. Αγνοώ τη θέα της τροφής που μου βάζουν μπροστά στα μάτια μου, καθημερινά (...) Πιστεύω ότι η υλική τροφή δεν είναι αρκετή γιά να ζήσει ο άνθρωπος γιά πάντα και με ξαλαφρώνει το γεγονός πως θάβρω υπέροχη τροφή εκεί πάνω άν την αξίζω. Και μετά κολλάω στην τρομαχτική ιδέα ότι εκεί πάνω δεν τρώνε..."
Δύο συνδικαλιστές απότακτοι αστυνομικοί, ο Κ. Συγγούνης και ο Γ. Κώτσης (6.1990), ένας δεξιός, ο καταδικασμένος για το φόνο του καθηγητή Τεμπονέρα, Γ. Καλαμπόκας (7.1991) και ένας αρχιδεσμοφύλακας, ο γνωστός Α. Αραβαντινός ( 12.1994), δεν δίστασαν -αν και συμβολικά- να προχωρήσουν σε απεργία πείνας διεκδικώντας τα δικά τους αιτήματα.

Ειδήσεις ανατριχιαστικές, από τα ψιλά του τύπου: Στις 20.11.1990 ο 26χρονος Ιρανός κρατούμενος στις φυλακές Κασσάνδρας Ετμιναν Αλί Ρεζάν έραψε το στόμα του την 15η μέρα της απεργίας πείνας με αίτημα να επισπευσθεί η εκδίκαση της έφεσης του. Το ίδιο έκανε στις 2.8.1993 ο 20χρονος προφυλακισμένος πολύ πάνω από το όριο -χωρίς σαφείς κατηγορίες- Παλαιστίνιος Αλί Ερακλί στη Λάρισα.

Κραυγαλέα περίπτωση βαρυποινίτη που έχει όλες τις τυπικές προϋποθέσεις να αποφυλακιστεί, αλλά μονίμως τα τελευταία χρόνια κάπου "σκοντάφτει" η ηγεσία της Δικαιοσύνης, αποτελεί η περίπτωση του Βλάση Ψωφάκη. Το πιο συγκινητικό είναι ότι κατά τη διάρκεια των αλλεπάλληλων απεργιών πείνας -που του έχουν κλονίσει επικίνδυνα την υγεία- ακολουθούν και πολλές δεκάδες συγκρατούμενοί του.

Μαρτυρία για το παρελθόν του προέδρου του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του υπ. Δικαιοσύνης Β. Κωσταρά, από τον Φ. Κυρίτση: "Τον Μάιο του 1979 ο Κωσταράς ήταν διευθυντής στις φυλακές της Αίγινας. Επειτα από 5 μέρες απεργίας πείνας που κάναμε με τον Σπ. Κοτρέτσο, μας γδύσαν και μπροστά σε δέκα ανθρώπους που μας κρατούσαν, ο Κωσταράς μας είπε πως θα μας βάλει το φαΐ απ' τον κώλο. Οπως και έκανε. Υποχρεωτική σίτιση με κλύσμα".

Ο Γιάννης Μπαλής τον Απρίλιο του '92 είχε ξεκινήσει την δεύτερη μεγάλη απεργία πείνας. Αργότερα διακαιώθηκε. Η Ροζίνα Μπέργκνερ τον υποστήριζε μιλώντας εκείνες τις μέρες και για την δική της εμπειρία (37 μέρες, τον Μάρτιο του '91). "Οταν αισθάνεσαι ότι δεν διαθέτεις άλλη δυνατότητα να υπερασπίσεις τον εαυτό σου και όταν η αδικία υπερβαίνει τα όρια της αντοχής σου, τότε επιλέγεις την απεργία πείνας, εναντίον του ενστίκτου σου να ζεις".

Συχνές αλλά άγνωστες είναι οι απεργίες πείνας (όπως και οι αυτοτραυματισμοί) των υπό απέλαση πολιτικών φυγάδων και μεταναστών. Οπως είναι γνωστό οι ελληνικές αρχές έχουν "λύσει τα χέρια τους" ήδη από το 1991. Σύμφωνα με το νόμο 1941, ό,τι και να επικαλεσθεί ο "παράνομος αλλοδαπός" δεν θα το μάθει ούτε θα το εξετάσει κανείς. Θα φύγει -αφού μπουντρουμιαστεί αορίστως- διότι "δεν θα γίνουμε ξέφραγο αμπέλι" για χάρη του ΟΗΕ και των συμβάσεων περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Το στερεότυπο αναφέρεται στην απεργία πείνας ως ένα "μέσο εκβιασμού του κρατούμενου προς τις αρχές για να αποφύγει την δίκαιη τιμωρία του". Η πραγματικότητα όμως είναι ακριβώς αντίθετη. Διεθνώς σχεδόν όλες οι απεργίες έχουν σχέση με κάποιο θεμελιώδες δικαίωμα που λίγο αργότερα αναγνωρίζεται. Οι περίφημοι "εκβιασμοί των αναρχικών" (Μπαλή, Μαραγκάκη, Μακρή, Μπουκετσίδη, Κογιάννη, Μίχου, Μπέργκνερ, Μοίρα, Τριανταφύλλη, Μαζιώτη, Σκυφτούλη, των "33", των "3" πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη και δεκάδων άλλων), έχουν και δικαστικά δικαιωθεί.

Υπάρχουν και χειρότερα. Το βιβλίο "Φάκελος βασανιστήρια 1980-94" απαγορεύτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και οι συγγραφείς του Ονέν και Αργκούν, του Ιδρύματος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Τουρκίας, κατηγορήθηκαν με τον "αντιτρομοκρατικό", επειδή τόλμησαν να δημοσιοποιήσουν ότι σε 15 χρόνια πέθαναν 420 άνθρωποι στις φυλακές της χώρας τους. Απ' αυτούς τουλάχιστον 14 ξεψύχησαν από απεργία πείνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου, άν δεν υπάρχει εγγραφή στον blogger ή άλλη διαδυκτιακή υπηρεσία (βλέπε όροι σχολιασμού στο πάνω μέρος της σελίδας).
Ανώνυμα και υβριστικά σχόλια μπορούν να διαγράφονται χωρίς άλλη προειδοποίηση.