Καλωσήλθατε στον Fadomduck2

To παρόν ιστολόγιο αποτελεί φυσική συνέχεια του Fadomduck στο οποίο θα βρείτε συλλογές κειμένων, παραπομπές σε ηλεκτρονικές διευθήνσεις με πολιτικά βιβλία και μουσική, καθώς και μια αρκετά μεγάλη συλλογή με αφίσσες από την Σοβιετική Ενωση (μέχρι και το 1956). Αρχείο με τα άρθρα του Fadomduck #1 θα βρείτε εδώ. O Fadomduck2 όπως και ο προκάτοχος του δηλώνει πως αν και ντρέπεται να κρύψει τις συμπάθειες του, δεν εκπροσωπεί καμμία συλλoγικότητα, παρά μόνο τον εαυτό του. Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί του στο alepotrypa200@gmail.com

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Η δημιουργία μιας κοινά αποδεκτής μνήμης και η αποενοχοποίηση του φασισμού

ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΥΠΟΔΕΧΟΝΤΑΙ ΤΟΝ ΒΡΕΤΑΝΟ 
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΟ ΝΕΒΙΛ ΤΣΑΜΠΕΡΛΑΙΝ, ΡΩΜΗ 1939.

Ιταλία: Μικρές ιστορίες για την πατρίδα

Περισσότερο από άλλα ιστορικά προβλήματα, εκείνα που αφορούν την ιστορία της «πατρίδας» ή του «έθνους» κινητοποιούν μηχανισμούς που με δυσκολία κρατιούνται στα όρια της επιστήμης. Εδώ, το ζήτημα ξεφεύγει εύκολα από τη «δικαιοδοσία» της επιστήμης και υπακούει σε πλήθος άλλες ρητορικές, καθώς εύκολα συνδέεται με ένα προφανές αιτούμενο: εκείνο της κατασκευής ενός ενιαίου λαού στο παρελθόν — και που αντανακλά εμφανώς ένα άλλο: εκείνο της ομογενοποίησης του λαού στο παρόν. Εδώ, η ιστορία καλείται να λειτουργήσει ως συγκολλητική ουσία της κοινωνίας, να συγκαλύψει τις κοινωνικές αντιθέσεις.

Στο πλαίσιο των παραπάνω σκέψεων, στις γραμμές που ακολουθούν θα επιχειρηθεί να αναδειχθεί το πώς αντιμετωπίζονται από την ιδεολογικά χρησιμοποιούμενη ιστορία, ορισμένες κρίσιμες στιγμές της ιστορικής διαδικασίας, στιγμές που μέσα από τις διαφορετικές επιλογές των ανθρώπων, μαρτυρούν το αυτονόητο: ότι δηλαδή η κοινωνία δεν είναι ενιαία, ότι η κοινωνία δεν είναι «μία», ότι ο λαός δεν είναι «ένας».

Τι έγινε στην Ιταλία στις 8 Σεπτεμβρίου 1943;

Η 8η Σεπτεμβρίου είναι για την Ιταλία μια μέρα μνήμης: είναι η επέτειος της ανακωχής της με τους Δυτικούς Συμμάχους, αλλά και της «άμυνας της Ρώμης» (8-10 Σεπτεμβρίου του 1943) απέναντι στα γερμανικά στρατεύματα.

Υπενθυμίζω σύντομα τα γεγονότα. Μετά την απόβαση των Συμμάχων στη Σικελία (10 Ιουλίου 1943), το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο αποφασίζει την καθαίρεση του Μουσολίνι και την ίδια μέρα ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ διατάζει τη σύλληψή του. Στις 25 Ιουλίου οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Ιταλία και την επομένη σχηματίζεται νέα κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Μπαντόλιο, ο οποίος παρά τις διαβεβαιώσεις προς τη Γερμανία για τη συνέχιση της συμμαχίας τους, αρχίζει μυστικές επαφές με τους Συμμάχους. Η ανακωχή έγινε γνωστή το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου και ακολούθησαν κρίσιμες στιγμές: οι Γερμανοί εφάρμοσαν το σχέδιο που απαιτούσε κατάληψη των σημαντικότερων κέντρων στο Βορρά και στην Κεντρική ιταλική χερσόνησο· φυσικά και κατάληψη της Ρώμης. Σ’ αυτή την προοπτική, η νέα κυβέρνηση αποφάσισε να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα, μαζί με τον βασιλιά και όλες τις υπηρεσίες, και να καταφύγει στον Νότο, δίχως ακριβές σχέδιο, κοντά στις περιοχές που ήλεγχαν οι Σύμμαχοι. Όταν ξεκίνησε η επίθεση κατά της Ρώμης επικρατούσε χάος. Με την κατάληψη της Ρώμης και την απελευθέρωση του Μουσολίνι από τους Γερμανούς, αποφασίζεται η δημιουργία μιας νέας φασιστικής εξουσίας στην Ιταλία, ως έδρα της οποίας επελέγη ο Βορράς: είναι η «Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία» (Repubblica Sociale Italiana), πιο γνωστή ως «Δημοκρατία του Σαλό». Ένα κράτος-μαριονέτα, υπό τον απόλυτο έλεγχο της Γερμανίας. Η ζωή της Δημοκρατίας του Σαλό άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1943 και διήρκεσε μέχρι τη μέρα που εκτελέστηκε ο Μουσολίνι από τους Ιταλούς παρτιζάνους: 28 Απριλίου του 1945.

Τι συνέβη λοιπόν στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943; Ποιος πολέμησε με τους Γερμανούς και ποιος τάχθηκε με τους Συμμάχους; Ποιος ήταν ο ρόλος των φασιστών μετά την ανακωχή; Τι ήταν η Δημοκρατία του Σαλό; Όσοι την υπηρέτησαν και συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς ήταν προδότες ή όχι; Ποιοι ήταν εντέλει οι εισβολείς και τι απαιτούσε εκείνες τις ώρες το χρέος απέναντι στην πατρίδα; Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι καινούργια και αποτελούν μια πτυχή της μεγάλης συζήτησης για τον ιταλικό φασισμό, η οποία βεβαίως και δεν διεξάγεται μόνο με όρους επιστημονικούς.

Τον Σεπτέμβριο του 2008, στις γιορτές της επετείου της «Μάχης της Ρώμης» παρέστη ο Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Τζόρτζιο Ναπολιτάνο, παλιό ηγετικό στέλεχος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ενώ την κυβέρνηση Μπερλουσκόνι εκπροσώπησε ο υπουργός Άμυνας Ινιάτσιο Λα Ρούσα, πρόεδρος της Εθνικής Συμμαχίας (κληρονόμου του νεοφασιστικού Κοινωνικού Ιταλικού Κινήματος). Μιλώντας εν ονόματι της κυβέρνησης, ο Λα Ρούσα είπε: 
«Θα αδικούσα τη συνείδησή μου αν δεν θυμόμουν ότι και άλλοι στρατιώτες [πλην των παρτιζάνων, δηλαδή], όπως εκείνοι της Κοινωνικής Δημοκρατίας [του Σαλό], αντικειμενικά, πολέμησαν πιστεύοντας στην υπεράσπιση της πατρίδας, αξίζοντας τον σεβασμό εκείνου που αντικρίζει με αντικειμενικότητα την ιστορία». 
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πήρε ξανά τον λόγο για να αποτίσει, αντίθετα, φόρο τιμής στους εξακόσιες χιλιάδες Ιταλούς στρατιώτες που αρνήθηκαν να υπηρετήσουν τη Δημοκρατία του Σαλό,
 «δείχνοντας έτσι αίσθηση χρέους, πίστης και αξιοπρέπειας», γινόμενοι γι’ αυτόν τον λόγο «σύμβολο της Αντίστασης».
Την επομένη, η εφημερίδα Il Giornale φιλοξενούσε μια εκτεταμένη συνέντευξη του ίδιου υπουργού, την οποία εστέγαζε κάτω από τον τίτλο: «Μου επιτίθενται επειδή είμαι δεξιός». Εκεί, ο υπουργός θα αρνηθεί την κατηγορία του αναθεωρητισμού και αφού αναφερθεί ξανά στην οφειλόμενη τιμή σε όσους επέλεξαν την αντίσταση απέναντι στους «ναζιστές», θα επαναλάβει τη θέση του: 
Η σημαία του "Σαλό"
«Είπα πράγματι, αναφερόμενος στους στρατιώτες της μεραρχίας Nembo, ότι δεν μπορούσα να αδικήσω τη συνείδησή μου, μην υπενθυμίζοντας ότι κι εκείνοι επίσης, όπως όλοι οι πεσόντες, αξίζουν τον σεβασμό μας, διότι μέσα στο μυαλό τους, κατά τρόπον αντικειμενικό και όχι ισοδύναμο μ’ εκείνους οι οποίοι έκαναν την αντίθετη επιλογή, είχαν στο νου τους το ιδανικό της υπεράσπισης της πατρίδας και την τιμή του λόγου που είχαν δώσει».
Αν πρέπει κανείς να συγκρατήσει ένα σημείο σε αυτή την αναθεωρητική συλλογιστική του υπουργού είναι μάλλον αυτή η πολύ ευλύγιστη και καθόλου αθώα, νομίζω, αντιθετική σύζευξη: οι αντιστασιακοί και οι «repubblichini» πολέμησαν και οι δύο κατά τρόπο αντικειμενικό, αν και όχι ισοδύναμο, για το καλό της κοινής πατρίδας. Πρόκειται για ένα μεθοδολογικό εργαλείο που, αφαιρώντας από τα γεγονότα, από τις πράξεις, από τις νοοτροπίες το πλαίσιό τους, επιχειρεί κατόπιν να τα ερμηνεύσει, υποτάσσοντάς τα σε έναν στόχο μη δηλωμένο expressis verbis.

Οι απαρχές της «απο-φασιστικοποίησης» του φασισμού

Τα κρατικά εμβλήματα της "Ιταλικής κοινωνικής δημοκρατίας"
Η συζήτηση και οι πολεμικές για τη φύση του φασισμού και για τον ιστορικό του ρόλο δεν έπαψαν ποτέ. Μπορούμε ωστόσο να υποστηρίξουμε ότι εγνώρισαν δύο καμπές στη μετά τον πόλεμο περίοδο. Η πρώτη, στη δεκαετία του 1960, όταν αναθεωρητές ιστορικοί, με κορυφαίο τον Ρέντσο ντε Φελίτσε, έθεσαν με σοβαρούς όρους το ζήτημα, προκαλώντας μια έντονη συζήτηση όχι μόνο στον χώρο των ιστορικών, αλλά και της ευρύτερης κοινωνίας. Βασική τους μέριμνα ήταν η προσπάθεια αναθεώρησης ορισμένων ερμηνειών και η προβολή άλλων ερμηνευτικών εργαλείων, όπως: η διαφοροποίηση μεταξύ του «φασιστικού κινήματος» και του «φασιστικού κράτους», η επιμονή στις «προοδευτικές πτυχές» του καθεστώτος του Μουσολίνι, στη «συγκυριακή» κατάληξη του φασιστικού καθεστώτος σε δικτατορία, στη θέση για τη μη ρατσιστική / μη αντιεβραϊκή φύση του φασισμού μέχρι το 1938 κ.λπ.

Έτσι, τέθηκε το ζήτημα στο κέντρο των επιστημονικών και των πολιτικών συζητήσεων στις μετά το 1960 δεκαετίες. Δεν είναι απαραίτητο να θυμίσουμε ότι στις σκληρές δεκαετίες του 1960 και του 1970, η οξεία αντιπαράθεση σε κοινωνικό και ιδεολογικό επίπεδο των αριστερών και των νεοφασιστικών οργανώσεων, με τη μεροληπτικά ρυθμιστική στάση του χριστιανοδημοκρατικού κράτους, η επιθετική δράση της Άκρας Αριστεράς, με πιο ηχηρό παράδειγμα τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, οι ταλαντεύσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος κ.λπ. αποτέλεσαν -με άλλους τρόπους, αλλά σίγουρα αποτέλεσαν- πτυχές της ίδιας συζήτησης.

Αλλά, οι ραγδαίες εξελίξεις του τέλους της δεκαετίας του 1980 και των αρχών της επόμενης υπήρξαν καταλυτικές για τη διαμόρφωση των νέων όρων συζήτησης και των νέων δυναμικών. Η επιθετική «ιστορική ερμηνευτική» των ποικίλων πτυχών της Δεξιάς από αναμφισβήτητα ηγεμονικές πλέον θέσεις, σε πολιτικό, ιδεολογικό και κοινωνικό επίπεδο, συνέπεσε με την κρίσιμη εξασθένηση του αντιπάλου. Η μακρόχρονη ομφαλοσκόπηση της Κεντροαριστεράς και οι προσπάθειές της να συμμετάσχει στην «εθνική συναίνεση» την έχουν οδηγήσει πολύ συχνά σε αμηχανία, σε αφασία ή σε αντικρουόμενες θέσεις, την ώρα που η συζήτηση καθοδηγείται απολύτως από τον άλλο πόλο.
Αφίσσα της "Δημοκρατίας του Σαλό"
Οι νέες συνθήκες οδήγησαν, αντίθετα, στη δυναμική εμφάνιση μιας νέας Δεξιάς που εκφραζόταν πλέον από τους πρωτεϊκούς σχηματισμούς του «κόμματος» του Μπερλουσκόνι, το οποίο από το 1994 κυριαρχεί σχεδόν στην πολιτική ζωή, σε συνεργασία με την τοπικιστική Λέγκα του Βορρά και τη «μεταφασιστική» Εθνική Συμμαχία. Κρίσιμο για τη συζήτησή μας είναι το γεγονός ότι με τις εκλογές του 1994 το νεοφασιστικό κόμμα του Τζιανφράνκο Φίνι, για πρώτη φορά συμμετείχε στην κυβέρνηση: ήταν αυτονόητο ότι θα ετίθετο ρητά πλέον, τώρα και με την απόλυτη χρήση των κρατικών θεσμών, το θέμα της ερμηνείας του φασισμού.

Όπως είδαμε, η διαδικασία ένταξης της φασιστικής περιόδου στην εθνική ιστορία και πιο συγκεκριμένα η αποενοχοποίηση της ιδεολογίας και της δράσης εκείνου του τμήματος της κοινωνίας που υποστήριξε τον Μουσολίνι ή κατόπιν τους Γερμανούς κατά τον εμφύλιο (1943-45) είχε αρχίσει από ενωρίς: μέσω της διαδικασίας «καταδίκης των ακροτήτων» του φασισμού, μέσω της αποστασιοποίησης, επιτυγχανόταν η συσκότιση του ιστορικού πλαισίου και η σχεδόν εξίσωση όλων των πλευρών: έτσι όλοι θα μπορούσαν να έχουν μερίδιο στην εθνική μνήμη και –γιατί όχι;– στην εθνική ευγνωμοσύνη. Οι ιδεολογικοί κληρονόμοι του φασισμού συμμετείχαν στη διαδικασία αυτή. Πώς; Ήδη από το 1993, πριν από τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση, ο Φίνι είχε πάρει σαφείς αποστάσεις από το φασιστικό παρελθόν, γεγονός που αποτυπώθηκε έντονα με τον χαρακτηρισμό του φασισμού ως το «απόλυτο κακό», κατά την επίσκεψή του στην Ιερουσαλήμ, το 1999. Ωστόσο, αν για την περασμένη δεκαπενταετία οι κληρονόμοι των φασιστικών ιδεών ακολούθησαν την πολιτική της έντεχνης αποστασιοποίησης από την ιδεολογική τους μήτρα, ορισμένοι μελετητές κάνουν λόγο μάλλον για μια διγλωσσία: μια διγλωσσία η οποία ενώ σε ένα πρώτο επίπεδο μοιάζει να επιδιώκει την καταδίκη του φασισμού και την οικοδόμηση της εθνικής συμφιλίωσης, ουσιαστικά οικοδομεί μια καθαρμένη εικόνα του φασισμού και δι’ αυτής την ποθούμενη συμφιλίωση, η οποία όμως σημαίνει μάλλον την «αντικειμενική» εξίσωση θυτών και θυμάτων. Είδαμε πιο πριν τη φράση του υπουργού: αντικειμενικά αν και όχι ισοδύναμα όλοι αγωνίστηκαν για την πατρίδα.

Η δημιουργία μιας κοινά αποδεκτής μνήμης

Ο Ντούτσε κρεμασμένος από τους παρτιζάνους
Στην τελευταία αυτή περίοδο, η προβληματική επικεντρώθηκε πολύ συχνά στο ζήτημα της «Δημοκρατίας του Σαλό» και του Εμφυλίου. Κομβική στιγμή στον «διάλογο» αυτόν, ο Μάιος του 1996, όταν ο κεντροαριστερός Λουτσιάνο Βιολάντε, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του ως πρόεδρος της Βουλής, έθεσε το ζήτημα της ένταξης των «παιδιών» του Σαλό στην περιοχή της εθνικής μνήμης, πριμοδοτώντας ουσιαστικά τις θέσεις της Δεξιάς και εντείνοντας τις αμφιθυμίες και την αφασία του δικού του πολιτικού χώρου. Ο στόχος του Βιολάντε, όπως και των εκφραστών της Δεξιάς, ήταν η σύγκλιση γύρω από «κοινά αποδεκτές αλήθειες» και η δημιουργία μιας «κοινά αποδεκτής μνήμης». Απαραίτητο σκαλοπάτι σ’ αυτή τη διαδικασία ήταν η «αθώωση» όσων υπηρέτησαν το καθεστώς του Σαλό και η εξομοίωσή τους με τους παρτιζάνους του 1943-45.

Η εκτελεστική εξουσία, παράλληλα, απλώνοντας τον μανδύα της κατανόησης πάνω σε όσους έκαναν την «λάθος επιλογή», προχωρεί στην κατασκευή της «αντικειμενικής ενότητας», «για το καλό της πατρίδας». Αλλά για να επιτευχθεί η ενότητα, για να έχει αξία η λησμοσύνη και η συναίνεση, δεν φτάνει ο ένας εχθρός, ο φασισμός δηλαδή. Πρέπει να ανακαλυφθεί και άλλος ένας, ώστε να επέλθει η καθαρτική εξισορρόπηση: πρέπει λοιπόν να αλλάξει το νόημα του πολέμου. Κύριο θύμα της μεταμφίεσης υπήρξε το νόημα των επετείων: η επέτειος της 25ης Απριλίου, επέτειος της Απελευθέρωσης, μεταβλήθηκε σε ημέρα «Εθνικής συμφιλίωσης». Αντιστοίχως, «διευρύνθηκε» το νόημά της 27ης Ιανουαρίου («Ημέρα μνήμης» για την απελευθέρωση του Άουσβιτς): Το 2003, «κατά τον εορτασμό της επετείου [του Άουσβιτς] […] ο πρωθυπουργός στο μήνυμά του διεύρυνε τον κύκλο προς όλα τα θύματα και των “δύο ολοκληρωτισμών, τόσο του ναζισμού όσο και του κομμουνισμού”. Με το ίδιο σκεπτικό, ο Μπερλουσκόνι εισηγήθηκε σχέδιο νόμου, με το οποίο θα απολάμβαναν ίσα δικαιώματα οι βετεράνοι της Αντίστασης και οι φασίστες του Σαλό (Il Corriere della sera, 28 Ιανουαρίου 2003).
Σημαία των Ιταλών παρτιζάνων
Η πολύπλευρη επίθεση για την επιβολή της αναθεωρητικής άποψης και για την επίτευξη της συναίνεσης έχει κατορθώσει ορατά αποτελέσματα. Τον Απρίλιο του 1995, επί κυβερνήσεως Μπερλουσκόνι – Φίνι, στην εκδήλωση «μνήμης» που έγινε στο μνημείο του Άγνωστου στρατιώτη, στη Ρώμη, συμμετείχαν παλαιοί στρατιώτες της «Κοινωνικής Δημοκρατίας», ήρωες της Αντίστασης και πολιτικοί αρχηγοί (ο Φίνι, ο υπουργός Πρεβίτι και ο κεντρώος βουλευτής Ντ’ Ονόφριο). Η Εθνική Συμμαχία στο δελτίο Τύπου που εξέδωσε, έδινε το νόημα της εκδήλωσης: «[…] οι συμμετέχοντες θέλησαν, μ’ αυτή την προσφορά σε κείνους που και από τις δυο πλευρές έπεσαν με σκοπό να υπηρετήσουν την κοινή πατρίδα, να μαρτυρήσουν ότι γεφυρώθηκε εκείνο το ρήγμα μέσα από μια εθνική ομόνοια που ως αμετακίνητο θεμέλιό της έχει τις αξίες της δημοκρατίας και της ελευθερίας».

Η απόσταση του χρόνου, η σύγχυση, η συστηματική και θεσμικά πλέον κατοχυρωμένη παρέμβαση της Δεξιάς φαίνεται να αποδίδουν όλο και περισσότερους καρπούς. Σημειώνω δύο περιπτώσεις:

Το καλοκαίρι του 2008 στο χωριό Αλγκέρο στήθηκε ένα μνημείο πεσόντων, πάνω στο οποίο βρέθηκε χώρος και τρόπος να γραφτούν τα ονόματα όλων των νεκρών της περιόδου 1943-’45: και οι υποστηρικτές του Σαλό και οι αντιστασιακοί. Η επιγραφή αναφέρει: «Το Αλγκέρο στους πεσόντες του, οι οποίοι έδωσαν τη ζωή τους για να είναι η Ιταλία ελεύθερη και δίκαιη».

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, ως σχόλιο στη συζήτηση που προκλήθηκε από τις δηλώσεις του υπουργού Λα Ρούσα, η Τζόρτζια Μελόνι, υπουργός της σημερινής κυβέρνησης για θέματα Νεότητας και παλαιό στέλεχος της οργάνωσης «Δράση νέων» (Azione giovani), εδήλωσε: «Φτάνει με αυτή την ιστορία του φασισμού και του αντιφασισμού. Είμαστε γεννημένοι μετά το 1980 και το 1990 και κοιτάζουμε όλοι προς τη νέα χιλιετία».
***
Παρτιζάνοι απελευθερώνουν την Φλωρεντία
Τούτες οι παρατηρήσεις οπωσδήποτε σχηματοποιούν, προσπαθώντας να αναδείξουν μια ατμόσφαιρα. Αλλά το κλίμα δεν είναι πολύ διαφορετικό. Ένα κλίμα σύγχυσης; Ένα κλίμα κούρασης; Ένα κλίμα πλήρους αναθεωρητισμού; Στις 10 Μαΐου του 2008, πάντως, οι ιταλικές εφημερίδες εδημοσίευαν την είδηση ότι ο υπεύθυνος μιας εκδήλωσης καλλιστείων καλούσε τον Έριχ Πρίμπκε ως πρόεδρο της κριτικής επιτροπής. Ο θόρυβος που προκλήθηκε δεν ήταν ανάλογος με τον αριθμό εκείνων που θυμούνταν την ταυτότητα του προσώπου: ο Πρίμπκε εκδόθηκε το 1995 στην Ιταλία από την Αργεντινή και καταδικάστηκε σε ισόβια (1998), ως υπεύθυνος για τις «Fosse Ardeatine», για τη σφαγή των 335 Ιταλών ως αντιποίνων για τη δράση των παρτιζάνων. Ο εκπρόσωπος των καλλιστείων δικαιολογήθηκε ότι η πρόσκληση ήταν συμβολική για να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη απέναντι στο γεγονός ότι ο Πρίμπκε είναι ο γηραιότερος φυλακισμένος, ενώ ο ίδιος, ο οποίος στην πραγματικότητα βρίσκεται απλώς σε κατ’ οίκον περιορισμό, εδήλωσε:
 «Δεν θα είχα κανένα δισταγμό να συμμετάσχω και θα μου άρεσε να επιστρέψω για μια μέρα στην κανονική ζωή. Είμαι ο γηραιότερος κρατούμενος στον κόσμο».
__________
Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης είναι ιστορικός.
Το κείμενο βασίζεται σε ομιλία του στην Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (Ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη), 13.12.2008.
Πηγή: Ενθέματα
Βλέπε ακόμη:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου, άν δεν υπάρχει εγγραφή στον blogger ή άλλη διαδυκτιακή υπηρεσία (βλέπε όροι σχολιασμού στο πάνω μέρος της σελίδας).
Ανώνυμα και υβριστικά σχόλια μπορούν να διαγράφονται χωρίς άλλη προειδοποίηση.